προσβάλλω

προσβάλλω
(αόρ. προσέβαλα и προσέβαλαν, παθ. αόρ. προσβλήθηκα и προσεβλήθην) μετ.
1) задевать, затрагивать чью-л. честь; оскорблять, обижать (кого-л.);

μας προσβάλλεις — ты нас оскорбляешь; — ты нас обижаешь;

2) атаковать (кого-что-л.); нападать (на кого-что-л.);

προσβάλλω τό φρούριο — нападать на крепость;

3) воен, поражать (цель и т. п.);
4) мед. поражать (о болезни); вредить (здоровью);

αυτή η γρίππη προσβάλλει τα νήπια — этот грипп очень опасен для младенцев;

5) юр. оспаривать законность (чего-л.); требовать, добиваться аннулирования (договора и т. п.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "προσβάλλω" в других словарях:

  • προσβάλλω — strike pres subj act 1st sg προσβάλλω strike pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσβάλλω — προσβάλλω, πρόσβαλα και προσέβαλα βλ. πίν. 146 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • προσβάλλω — ΝΜΑ, προσβάνω και προσβέλνω Ν, επικ. τ. προτιβάλλω Α [βάλλω] κάνω επίθεση, επιτίθεμαι, εφορμώ («τὴν μὲν ἄλλην στρατιὴν κελεύειν πέριξ προσβάλλειν τὸ τεῑχος» Ηρόδ.) νεοελλ. 1. βλάπτω, κάνω κακό («ο ιὸς προσβάλλει κυρίως το νευρικό σύστημα») 2.… …   Dictionary of Greek

  • προσβάλλω — πρόσβαλα και προσέβαλα, προσβλήθηκα, προσβλημένος 1. κάνω επίθεση ενάντια σε κάποιον: Προσβάλλω τον εχθρό. – Προσβάλλω το φρούριο. 2. πιάνω, βλάπτω, βρίσκω: Τον πρόσβαλε η γρίπη. 3. θίγω κάποιον, φέρομαι υβριστικά σε κάποιον, μειώνω, εξευτελίζω:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προσβάλῃ — προσβάλλω strike aor subj mp 2nd sg προσβάλλω strike aor subj act 3rd sg προσβά̱λῃ , προσβάλλω strike aor subj mid 2nd sg (doric) προσβά̱λῃ , προσβάλλω strike aor subj act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσβαλοῦσι — προσβάλλω strike aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) προσβάλλω strike fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) προσβάλλω strike fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσβαλοῦσιν — προσβάλλω strike aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) προσβάλλω strike fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) προσβάλλω strike fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσβεβλημένα — προσβάλλω strike perf part mp neut nom/voc/acc pl (epic) προσβεβλημένᾱ , προσβάλλω strike perf part mp fem nom/voc/acc dual (epic) προσβεβλημένᾱ , προσβάλλω strike perf part mp fem nom/voc sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσβάλλετε — προσβάλλω strike pres imperat act 2nd pl προσβάλλω strike pres ind act 2nd pl προσβάλλω strike imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσβάλλῃ — προσβάλλω strike pres subj mp 2nd sg προσβάλλω strike pres ind mp 2nd sg προσβάλλω strike pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσβάλω — προσβάλλω strike aor subj act 1st sg προσβά̱λω , προσβάλλω strike aor subj act 1st sg (doric) προσβά̱λω , προσβάλλω strike aor ind mid 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»